Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Τι έδειξαν οι βιντεοσκοπημένες αυτές παρεμβάσεις; Ότι, παρά τα πολλά εμπόδια και την αβεβαιότητα υπάρχουν δημιουργικές δυνάμεις στη χώρα που αγωνίζονται και πετυχαίνουν. Ότι προϋπόθεση για δημιουργία είναι η προσήλωση στο στόχο, η ξεκάθαρη στρατηγική, η επιμονή και η υπομονή ώστε να ξεπεραστούν οι τρικλοποδιές και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και πάνω απ΄ όλα η κινητοποίηση ανθρώπων που μοιράζονται τον ίδιο στόχο, που μπορούν και θέλουν να συμβάλουν.
Αυτά χρειάζονται και σήμερα, αγαπητοί φίλοι και φίλες για να βγούμε απ΄ αυτή τη στενωπό. Όχι μόνο την οικονομική στενωπό της ανεργίας, της βαθιάς ύφεσης και της φτώχειας, αλλά κυρίως της αβεβαιότητας, της καχεξίας, της έλλειψης εμπιστοσύνης ότι υπάρχουν λύσεις, ότι υπάρχει ελπίδα και αξίζει ν΄ αγωνιστούμε γι΄ αυτή.
Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Δεν θα ήμουν σήμερα εδώ σ΄ αυτό το πάνελ αν δεν πίστευα ειλικρινά ότι μπορούμε να ξαναχτίσουμε την οικονομία μας. Μπορούμε να αναδιοργανώσουμε το κράτος μας. Μπορούμε να φτιάξουμε σύγχρονους θεσμούς που ν΄ απελευθερώνουν τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Μπορούμε να δομήσουμε καινούργιες συλλογικότητες και κοινωνικές συμμαχίες. Μπορούμε να αναδείξουμε νέα πρότυπα στην πολιτική, στην επιχείρηση στην κοινωνία. Μπορούμε να εγγυηθούμε στα παιδιά μας ένα καλλίτερο μέλλον.
Για να γίνουν όμως αυτά θα πρέπει να πάρουμε τρείς δύσκολες αποφάσεις:
1) Να βγάλουμε από το λεξιλόγιό μας το «ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ». Να πεισθούμε οι ίδιοι ότι «ΝΑΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»
2) Ν’ αποφασίσουμε ότι για να πάμε μπροστά θα πρέπει να δουλέψουμε όλοι πολύ σκληρά και συλλογικά. Ότι θα χρειαστούν θυσίες απ΄ όλους μας που θα τις μοιράσουμε όμως δίκαια, ανάλογα με το τι προσφέρει ο καθένας στον κοινό σκοπό και τι αντέχει ο καθένας. Ν’ αποφασίσουμε ότι θα πρέπει ν΄ αλλάξουμε τρόπους συμπεριφοράς και συνήθειες που ενοχλούν. Ότι θα δράσουμε συλλογικά και αποτελεσματικά με ακεραιότητα, υπευθυνότητα , ατομική ευθύνη και σεβασμό στον διπλανό μας και στο κοινωνικό σύνολο. Γιατί μόνο αν αισθανθούμε ότι είμαστε όλοι μαζί, τότε μπορούμε να πάρουμε την τρίτη μεγάλη απόφαση: Ποια είναι αυτή;
3) Να υψώσουμε το ανάστημά μας απέναντι στους δανειστές μας και να διαπραγματευθούμε με παρρησία ένα αποτελεσματικό, νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Στήριξης μ’ ένα και μόνο στόχο: την ανασυγκρότηση της πατρίδας μας και την ανάκτηση της εθνικής μας αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας.
Μπορούμε να το κάνουμε. Θα έπρεπε να το είχαμε ήδη κάνει. Θα έπρεπε σήμερα να είχαμε ζητήσει τη σύγκλιση Έκτακτης Συνόδου του Eurogroup και του Συμβουλίου κορυφής για να παρουσιάσουμε και να διαπραγματευτούμε ένα αξιόπιστο και ρεαλιστικό Εθνικό Πρόγραμμα Οικονομικής Ανασυγκρότησης και Θεσμικής Αναδιοργάνωσης για μια παραγωγική Ελλάδα. Τη δική μας Εθνική πρόταση στην οποία θα είχαμε εντάξει τις μέχρι σήμερα διεθνείς μας δεσμεύσεις αλλά και τα διαρθρωτικά μέτρα που θα διασφαλίζουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για επανεκκίνηση της οικονομίας, για δημοσιονομική πειθαρχία και για διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Βρισκόμαστε για άλλη μια φορά με την πλάτη στον τοίχο, να αποδεχθούμε, κάτω από την πίεση εκβιαστικών διλημμάτων, οριζόντια μέτρα που όλοι γνωρίζουν ότι όχι μόνο δεν θα αποδώσουν, αλλά μπορεί να μας οδηγήσουν σε άτακτη χρεοκοπία.
Ακόμα όμως και σήμερα υπάρχει εναλλακτική στρατηγική και πρόταση.
Πρώτα απ΄ όλα θα πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα. Ν’ αξιολογήσουμε σωστά τις δυνάμεις μας, τις αδυναμίες και τους κινδύνους. Ν’ αλλάξουμε το διαπραγματευτικό πλαίσιο στο οποίο έχουμε κινηθεί μέχρι σήμερα. Να καταθέσουμε ένα αναμορφωμένο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Τέλος να οργανωθούμε κατάλληλα, ώστε να μπορούμε να υλοποιήσουμε αυτά για τα οποία δεσμευόμαστε. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την αναξιοπιστία. Λίγα λόγια για το κάθε βήμα ώστε να πάμε από την Κρίση στη Λύση: 1) Η πραγματικότητα:
Την ανέλυσαν οι ομιλητές στο προηγούμενο πάνελ. Κινούμεθα σε μια φοβική, συντηρητική Ευρώπη, όπου μέσα από ένα ατελές και αδύναμο θεσμικό οικοδόμημα, επεκτείνεται επικίνδυνα η οικονομική και πολιτική κυριαρχία της Γερμανίας.
Το πολιτικό σύστημα δεν οδηγεί αλλά καθοδηγείται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Εμφανίζεται παντελώς ανίσχυρο να προτάξει την απαραίτητη δύναμη πυρός για να αντιμετωπίσει τη συστημική κρίση της Ευρωζώνης που εκδηλώθηκε ενάντια στην πιστοληπτική φερεγγυότητα κρατών – μελών. Πισωγυρίσματα, αναβολές κρίσιμων αποφάσεων, λανθασμένες αποφάσεις από την κα Μέρκελ και τον κο Σαρκοζί και πλήρης αδυναμία σηματοδότησης ότι είτε η ΕΚΤ, είτε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας μπορούν να ενισχυθούν ώστε να παρέμβουν σταθεροποιητικά στις αγορές.
Όσον αφορά στην Ελλάδα: Λανθασμένη διάγνωση του προβλήματος και ως εκ τούτου, λανθασμένη χορήγηση φαρμάκων σε δόσεις που σκοτώνουν. Η κρίση στην Ελλάδα ξέσπασε τον Δεκέμβριο του 2009 όταν, μετά την πρώτη υποβάθμιση της χώρας από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, σηματοδοτήθηκε η πιθανή ουσιαστική αδυναμία της Χώρας να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις Χρέους που είχε σωρεύσει. Ένα χρέος που ήταν αποτέλεσμα ενός διευρυνόμενου παραγωγικού ελλείμματος και που χρησιμοποιήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, με αποκορύφωμα την 5ετή περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δ., είτε για την κάλυψη τρεχουσών καταναλωτικών δαπανών, είτε για την συντήρηση και διεύρυνση άτυπων, αδιαφανών ή και πελατειακών δοσοληψιών και προσλήψεων. Μια γάγγραινα που εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές συναλλαγές. Που ήταν αποτέλεσμα αλλά και αιτία διαιώνισης της θεσμικής μας υπανάπτυξης: της έλλειψης κανόνων, της πολυνομίας, της γραφειοκρατίας, της απουσίας σύγχρονων δομών διοίκησης και διακυβέρνησης, της δυσλειτουργίας της δικαστικής εξουσίας.
Η αποτυχία του Πρώτου Μνημονίου, κατά την κρίση μου, έγκειται ακριβώς σε αυτό: ότι έριξε όλο το βάρος στη δραστική περικοπή του δημοσιονομικού ελλείμματος, χωρίς ν’ αντιμετωπίσει το ζήτημα του χρέους και ότι δεν υπολόγισε ότι η απόδοση διαρθρωτικών μέτρων και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών - που απαιτεί τουλάχιστον δύο χρόνια σε ανεπτυγμένες θεσμικά χώρες - θα καθυστερούσε ακόμα περισσότερο σε μια χώρα που δεν διέθετε εξειδικευμένα επιτελεία και σύγχρονες δομές διοίκησης. Οι μειώσεις δημοσίων δαπανών, ιδιαίτερα μισθών και συντάξεων, παράλληλα με την αύξηση των φόρων, χωρίς αναπτυξιακό αντιστάθμισμα, οδήγησαν σε κατακόρυφη πτώση του τζίρου στην αγορά, στο κλείσιμο πάνω από 60.000 επιχειρήσεων, στη διόγκωση της ανεργίας και της ύφεσης, στην αδυναμία συγκέντρωσης εσόδων και εισφορών στα Ταμεία.
Αντί το 2011, όλο το βάρος να πέσει στην υλοποίηση των διαρθρωτικών μέτρων που είχαν δρομολογηθεί αλλά είτε δεν είχαν ακόμα αποδώσει, είτε είχαν καθυστερήσει, αντί να γίνουν διορθωτικές κινήσεις για να αμβλυνθεί η ύφεση, οδηγηθήκαμε, με το πολυνομοσχέδιο του Οκτωβρίου 2011, σε πρόσθετα οριζόντια και υφεσιακά μέτρα. Αντί δηλαδή να αντιμετωπίσουμε τις παρενέργειες των φαρμάκων, δόθηκε ακόμη μεγαλύτερη δόση του ίδιου φαρμάκου. Παράδειγμα, η άκριτη φορολογική επιβάρυνση των μεσαίων εισοδημάτων και η σώρευση φορολογικών βαρών με την ταυτόχρονη επιβολή νέων εμμέσων και άμεσων φόρων, την κατάργηση φοροαπαλλαγών, την προσαρμογή τεκμηρίων και την επιβολή έκτακτης και ειδικής εισφοράς και τέλους ακινήτων. Αντί να επιταχύνουμε τις θεσμικές αλλαγές και να οργανωθούμε κατάλληλα για να προωθηθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά πολιτικές όπως η αναδιοργάνωση του δημοσίου τομέα, η επέκταση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης παντού, που αποτελεί και προϋπόθεση για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, η ενεργοποίηση του fasttrack, η απλούστευση όλων των διαδικασιών αδειοδότησης και λειτουργίας επιχειρήσεων, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων ή ο έλεγχος των ενδοομιλικών συναλλαγών, καταλήξαμε στην εφεδρεία, στα χαράτσια, σε πρόσθετα οριζόντια μέτρα που μείωναν μισθούς, συντάξεις και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Το ίδιο θανάσιμο λάθος επαναλαμβάνεται σήμερα με το Νέο Μνημόνιο: Αντί όλο το βάρος και η συλλογική προσπάθεια να πέσει στην στήριξη και επίσπευση των όποιων διαρθρωτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη δρομολογηθεί την περασμένη διετία, το Νέο Μνημόνιο δομείται πάνω σε ένα επικίνδυνο νεοφιλελεύθερο αξίωμα: αυτό της εσωτερικής υποτίμησης και της συνέχισης της ασχεδίαστης συρρίκνωσης του δημοσίου τομέα. Σύμφωνα με τους θιασώτες του, η δραστική περικοπή μισθών στον ιδιωτικό τομέα και η πλήρης αποδόμηση εργασιακών κεκτημένων και συλλογικών συμβάσεων, θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρήσεων με αποτέλεσμα την αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών.
Δεν υπάρχει δυστυχώς μεγαλύτερη πλάνη, καθώς η προσέγγιση αυτή θα βαθύνει την ύφεση, θα προκαλέσει μεγαλύτερη εξαθλίωση και βίαιη ανακατανομή του εισοδήματος και θα οξύνει την «εσωτερική στάση πληρωμών» που με τη σειρά της, θα οδηγήσει σε άτακτη χρεοκοπία. Σε Ευρωπαϊκό, δε, επίπεδο, είναι βέβαιο ότι η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και του Ευρωπαϊκού κοινοτικού κεκτημένου, θα κατοχυρωθούν ως «ιδιότυπο ευρωπαϊκό δεδικασμένο» για απείθαρχα δημοσιονομικά κράτη.
Συμπερασματικά, το δράμα που ζούμε είναι συνέπεια τριών νεοφιλελεύθερων ιδεοληψιών που επιβάλλονται σ΄ ένα αδύναμο να αντιδράσει πολιτικό σύστημα:
1η Ιδεοληψία: Η έξοδος από την κρίση επιβάλλει συρρίκνωση του Κράτους και του Δημοσίου τομέα πάση θυσία.
2η Ιδεοληψία: Η ανταγωνιστικότητα κερδίζεται μέσω εσωτερικής υποτίμησης και αναδιανομής υπέρ των κερδών.
3η Ιδεοληψία: Για τα πάντα φταίνε «οι συντεχνίες» που πρέπει να αποδομηθούν.
Στον αντίποδα αυτής της θεώρησης αντιπαραθέτουμε 3 προοδευτικές αρχές:
1ον) Πλήρης αναδιοργάνωση και εξυγίανση του Κράτους ώστε να μπορεί να παίξει το ρόλο του αποτελεσματικού παρόχου δημοσίων αγαθών και του εγγυητή της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
2ον) Η ανταγωνιστικότητα κερδίζεται μόνο μέσω στοχευμένων, συντονισμένων συμπράξεων του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, που στοχεύουν στην αύξηση της παραγωγικότητας, στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας, νέου πλούτου και θέσεων εργασίας στη χώρα.
3ον) Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει κοινωνικό διάλογο για την επίτευξη της ευρύτερης δυνατής κοινωνικής συναίνεσης, τη συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών και σεβασμό στις αποφάσεις των κοινωνικών εταίρων και στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Αυτές οι αρχές θα έπρεπε και θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση του Εθνικού μας Προγράμματος για μια παραγωγική Ελλάδα. 2.
Περιεχόμενο: Το περιεχόμενο του είναι γνωστό και μπορεί να δομηθεί γύρω από 7 δέσμες μέτρων, πολλά εκ των οποίων έχουν ήδη νομοθετηθεί ή και δρομολογηθεί την τελευταία 2ετία:
• Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Αναδιοργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στη βάση σύγχρονων διεθνών προδιαγραφών δημόσιας εταιρικής διακυβέρνησης.
• Δραστική εξυγίανση προμηθειών, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, αξιοποίηση περιουσίας και εξορθολογισμός δαπανών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με ιδιαίτερη αναφορά στις ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, στις κοινωνικές παροχές, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στα Ασφαλιστικά Ταμεία, στις ΔΕΚΟ.
• Ένα σύγχρονο, απλό και σταθερό Εθνικό Φορολογικό Σύστημα που θα άρει αντικίνητρα, θα διοργανώνει τη φορολογική διοίκηση, θα διευρύνει τη φορολογική βάση.
• Ένα φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία ρυθμιστικό πλαίσιο που θα απλοποιεί ριζικά τις διαδικασίες ίδρυσης, αδειοδότησης και λειτουργίας επιχειρήσεων και θα προωθεί τη γρήγορη επίλυση διαφορών από τα δικαστήρια.
• Ένα Τραπεζικό σύστημα με ένα ισχυρό πυλώνα δημοσίου συμφέροντος που θα εξασφαλίζει ρευστότητα στην αγορά και θα διέπεται από αυστηρούς και διαφανείς κανόνες εποπτείας.
• Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα στοχευμένων κλαδικών και περιφερειακών ολοκληρωμένων επενδυτικών σχεδίων για προσέλκυση επενδυτών ή για χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ, με στόχο την προώθηση της εξωστρέφειας, της καινοτομίας και της ανάδειξης νέων και δυναμικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας.
• Ενεργητικές πολιτικές διατήρησης και δημιουργίας θέσεων εργασίας με χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και ένα σύγχρονο σύστημα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος με πλήρη αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικών παροχών που σήμερα συμβάλλουν στη διαιώνιση της ανασφάλιστης εργασίας και στην αναποτελεσματικότητα.
3) Υλοποίηση και Διαπραγμάτευση Το πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι: « Γιατί ένα τέτοιο πλαίσιο δεν έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας και διαπραγμάτευσης με τους δανειστές μας και δεν έχει εφαρμοστεί;»
Η απάντηση δεν είναι εύκολη.
Ίσως απαντηθεί στο τελευταίο πάνελ αύριο όπου θα θιγεί το πρόβλημα της αδυναμίας συλλογικής οργάνωσης και δράσης που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας αλλά και τις ανεπάρκειες ενός πολιτικού συστήματος που έχει εθιστεί στο λέγειν και όχι στο πράτειν. Που έχει συνηθίσει να συνδιαλέγεται με εξωθεσμικούς παράγοντες και να αναδεικνύεται στη βάση των καλών σχέσεων του με αυτούς και όχι στη βάση αναπτυξιακού ή κοινωνικού αποτελέσματος. Που προάγει τους αρεστούς και όχι τους άριστους.
Ένα είναι το σίγουρο: ότι σήμερα θα έπρεπε να είχαμε διαπραγματευτεί με τους δανειστές μας την υλοποίηση ενός τέτοιου Προγράμματος και όχι τη μείωση του κατώτατου μισθού , την τροποποίηση βασικών όρων της ΕΓΣΣΕ και την πλήρη αποδόμηση των συλλογικών συμβάσεων.
Η διαπραγμάτευση θα έπρεπε να έχει γίνει στη βάση μιας άλλης συλλογιστικής . Ακόμα και τώρα, στο πάρα πέντε, μπορούμε να το κάνουμε. Το βασικό μας επιχείρημα πρέπει να είναι ότι το χρέος, παρά το κούρεμα και το PSI, δεν καθίσταται διαχειρίσιμο ιδιαίτερα αν υπάρξει βάθεμα της ύφεσης. Η έκθεση του ΔΝΤ το επιβεβαιώνει. Αντίθετα, μέτρα που θα επιδεινώσουν την ύφεση, θα οξύνουν ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της εξυπηρέτησης του χρέους . Αυτό αποδείχθηκε ήδη τον περασμένο χρόνο, όταν λόγω της δραματικής αύξησης του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, χρειάστηκε να πληρώσουμε 23% περισσότερα σε τόκους απ΄ ότι το 2010, ενώ το Ελληνικό χρέος αυξήθηκε κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του Β΄ τριμήνου το 2011 και του 2010.
Με πρόχειρους υπολογισμούς, τα νέα μέτρα του Νέου Μνημονίου θα οδηγήσουν την οικονομία σε ύφεση της τάξης του 7-8% το 2012. Επομένως, η υλοποίηση αυτών των μέτρων θα μας οδηγήσει, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις ειδικών, σε αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών μας στο άμεσο μέλλον. Αυτή θα έπρεπε να είναι η διαπραγματευτική μας θέση προς τους εταίρους μας. Γι αυτό επιβάλλεται να υπάρξει αλλαγή του διαπραγματευτικού πλαισίου στη βάση ενός νέου προγράμματος.
Είμαι βέβαιη ότι μία τέτοια διαπραγματευτική θέση, υποστηριζόμενη από την υποβολή αξιόπιστων προτάσεων για δύσκολα αλλά εφαρμόσιμα μέτρα, που δίνουν όμως θετική προοπτική, θα γινόντουσαν αποδεκτά . Αν όχι, τότε θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναδείξουμε πιθανές εναλλακτικές διεξόδους και να καταρρίψουμε μύθους και απειλές.
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει νομική ή πολιτική βάση να φύγει η Ελλάδα από το ευρώ χωρίς τη θέλησή της. Αυτό είναι γνωστό και νομικά τεκμηριωμένο ακόμα και από τις νομικές υπηρεσίες της ΕΚΤ. (Σας παραπέμπω σε πρόσφατη τεκμηριωμένη έκθεση της ίδιας της ΕΚΤ IV/Dec του 2009 στη σειρά Legal Working paper series.). Ούτε υπάρχουν, ούτε μπορούν να προωθηθούν μέτρα αναθεωρητικά της Συνθήκης που θα οδηγήσουν στην εκδίωξη της Ελλάδας , χωρίς τη θέλησή μας. Ας θάψουμε λοιπόν αυτόν τον μύθο μια για πάντα. Τώρα όσον αφορά στο επιχείρημα ότι δεν θα μπορούμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις, αν δεν αποδεχθούμε τα προτεινόμενα μέτρα, σήμερα πρέπει να ξέρουμε ότι οι συνθήκες έχουν διαφοροποιηθεί.
Έχουμε καταφέρει κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2011, να έχουμε όχι έλλειμμα αλλά πρωτογενές πλεόνασμα στον τακτικό προϋπολογισμό, ύψους 831 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι εσωτερικοί πόροι αρκούν, με πρόσθετες θυσίες, να καλύψουν τις δαπάνες μας για μισθούς και συντάξεις και για άλλες βασικές υπηρεσίες του δημοσίου. Το PSI χρειάζεται κυρίως για να πληρώσουμε τους τόκους και τα χρεολύσια του δημόσιου χρέους. Πιστεύω ότι η διαπραγματευτική σημασία αυτής της επισήμανσης γίνεται κατανοητή από όλους.
Εμείς , δυστυχώς φοβηθήκαμε να την χρησιμοποιήσουμε. Όπως επισημαίνει και η οικονομική αναλύτρια του ΒΒC κα Stephanie Flanders σε πρόσφατο άρθρο της, « το κόστος της άτακτης χρεοκοπίας έχει μειωθεί για την Ελλάδα». Αν μια χώρα έχει πρωτογενές έλλειμμα, τότε πρέπει να κάνει λίγο πολύ αυτό που της λένε. Ωστόσο, εάν έχει πρωτογενές πλεόνασμα, θα μπορούσε (ναι, μια εκρηκτική, μια δύσκολη επιλογή, όμως είναι μια δυνατότητα), να πει σε όλους να πάνε στο καλό. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον επιλογές, κάτι που μάλλον δεν είχε 6 και 8 μήνες πριν. Και αυτή τη στιγμή που η Ελλάδα έχει επιλογές, της ζητούν να υπογράψει κάτι εντελώς απαράδεκτο. Έτσι θα μπορούσε κάλλιστα να εξαναγκαστεί να κάνει την επιλογή που οι περισσότεροι δεν θα ήθελαν : μια πλήρη στάση πληρωμών». Δεν προτείνω να κηρύξουμε στάση πληρωμών.
Αλλά προτείνω να υποδείξουμε στους εταίρους μας ότι, αν επιμένουν ότι το PSI πρέπει να συνοδεύεται με αντισυνταγματικά μέτρα που βαθαίνουν την ύφεση, καταστρατηγούν βασικά εργασιακά δικαιώματα και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, διογκώνουν την ανεργία και τη φτώχεια χωρίς να δίνουν προοπτική, τότε η εναλλακτική που έχουμε στα χέρια μας θα είναι οδυνηρή για εμάς, αλλά εξίσου οδυνηρή για τους ίδιους και την Ευρωζώνη.
Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Ο Θουκυδίδης γράφει στο διάλογο με τους Μηλίους: «Ο ισχυρός επιβάλλει όσα του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του…» Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να σταματήσουμε να αισθανόμαστε και να είμαστε οι αδύναμοι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Μπορούμε να διαπραγματευτούμε ένα ρεαλιστικό, αξιόπιστο και φιλόδοξο Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων.
Μπορούμε να σταματήσουμε τον κατήφορο της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων και της αποδόμησης του Ευρωπαϊκού κοινοτικού κεκτημένου.
Μπορούμε να πετύχουμε στους στόχους για τους οποίους θα δεσμευτούμε.
Αρκεί να οργανωθούμε κατάλληλα. Μπορούμε να βάλουμε ανάχωμα στην ύφεση και στην έκρηξη της ανεργίας.
Μπορούμε να ξαναχτίσουμε την Ελλάδα
| Δευ | Τρί | Τετ | Πέμ | Παρ | Σάβ | Κυρ |
|---|---|---|---|---|---|---|
| 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | |
| 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 |
| 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 |
| 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 |
| 28 | 29 | 30 | 31 |